κορθύνωorκορθύω, (κόρθυς)
A. lift up, raise,Ζεὺς κόρθυνεν ἑὸν μένος raised highhis wrath, Hes. Th. 853 ; εὖτέ με θυμὸς κορθύσῃ
Hymn.Is. 150
:— Pass. ,κῦμα κορθύεται waxes high, rears its crest, Il. 9.7 ; ὕπερθε δὲ . . ἁλὸς κορθύεται ὕδωρ
A.R. 2.322
.