κορκότιλος,
A.
v. κροκόσιλος .κορκούτης: αἰδοῖον ἀνδρῶν, Hsch. (postκορμός).Κόρκῡρα,Κορκῡραῖος, v. Κερκ -.κορκυρεύεται: ἀπον<ο>εῖται , Id.
κορκότιλος , v. κροκόσιλος . κορκούτης: αἰδοῖον ἀνδρῶν , Hsch. (post κορμός ). Κόρκῡρα , Κορκῡραῖος , v. Κερκ -. κορκυρεύεται: ἀπον<ο> εῖται , Id.
κορκότιλος,
A.
v. κροκόσιλος .κορκούτης: αἰδοῖον ἀνδρῶν, Hsch. (postκορμός).Κόρκῡρα,Κορκῡραῖος, v. Κερκ -.κορκυρεύεται: ἀπον<ο>εῖται , Id.