κόρος(A),ὁ,
A. satiety, surfeit, αἶψά τε φυλόπιδος πέλεται κ. ἀνθρώποισιν
Il. 19.221
; αἰψηρὸς δὲ κ. κρυεροῖο γόοιο
Od. 4.103
; πάντων μὲν κ. ἐστί, καὶ ὕπνου καὶ φιλότητος
Il. 13.636
; ἀπὸ κ. ἀμβλύνει αἰανὴς ἐλπίδας
Pi. P. 1.82
; κόρον ἔχει μέλι
Id. N. 7.52
;κ. ἔχειν δακρύων, κακῶν, E. Alc. 185 , Ph. 1750 (lyr.); also κόρον ἡ τούτων συνουσία ἔχει
Pl. Phdr. 240c
; ἐς κ. ἰέναι τινός
Philox. 2.38
; ἄχρι κόρου
D. 19.187