κόρταλος,κόρταφος,
A.
v. κρόταλον, κρόταφος .κορτερά, v. κρατερός .κορτέω, v. κροτέω .κόρτη,ἡ, a Parthian garment, Hsch.
κόρτος: ὁ ἐν τοῖς κυσὶ κροτός(prob.κροτών), Id.
κόρταλος , κόρταφος , v. κρόταλον, κρόταφος . κορτερά , v. κρατερός . κορτέω , v. κροτέω . κόρτη , ἡ , a Parthian garment, Hsch. κόρτος: ὁ ἐν τοῖς κυσὶ κροτός (prob. κροτών ), Id.
κόρταλος,κόρταφος,
A.
v. κρόταλον, κρόταφος .κορτερά, v. κρατερός .κορτέω, v. κροτέω .κόρτη,ἡ, a Parthian garment, Hsch.
κόρτος: ὁ ἐν τοῖς κυσὶ κροτός(prob.κροτών), Id.