κορυστής,οῦ,ὁ,
A. helmed man, armed warrior, ἕλεν ἄνδρα κορυστήν
Il. 4.457
, 8.256 ; δύω Αἴαντε κορυστά
13.201
, 18.163 .
helmed man, armed warrior
κορυστής,οῦ,ὁ,
A. helmed man, armed warrior, ἕλεν ἄνδρα κορυστήν
Il. 4.457
, 8.256 ; δύω Αἴαντε κορυστά
13.201
, 18.163 .