κορῠφ-όω,
A. bring to a head, ἰόνθους
Archig.
ap. Orib. Syn. 8.58 ; τὴν περὶ τὰ πρέμνα γῆν
Gp. 5.26.9
:— Pass. , [κῦμα] κυρτὸν ἐὸν κορυφοῦται rises witharchingcrest(cf. κορύσσω
11
), Il. 4.426 ; κορυφουμένων [ἑλκέων] ὅκως ἐν θαλάσσῃ κύματα
Aret. SD 2.9
: metaph.,τὸ ἔσχατον κορυφοῦται βασιλεῦσιkingsare on the highest pinnacle, Pi. O. 1.113 ;κορυφουμένου τοῦ πολέμου coming to a crisis, J. BJ 6.2.9 ; πόθου κορυφούμενον σάλον
Aristaenet. 1.10
.
II. roof over, ὀπαῖον
Plu. Per. 13
.
III.