κουρά, Ion.
κοτυλ-ρή,ἡ, (κείρω)
A. croppingof the hair, τῶν τριχῶν τὴν κ. κείρεσθαι
Hdt. 3.8
; κουρᾶς δεῖσθαι
Arist. PA 658b20
; ἐν χρῷ κ.
Diocl. Fr. 141
: freq. as a sign of mourning, κ. πενθίμῳ
E. Alc. 512
, Or. 458 ; κουραῖσι καὶ θρήνοισι
Id. Hel. 1054
; κουραῖς διατετιλμένης φόβην
S. Fr. 659.7
.
2. generally,cropping, lopping, δρυοτομικὴ καὶ κ. σύμπασα
Pl. Plt. 288d