κρᾱνίον,τό, (κάρα)
A. upper part of the head, skull( κεφαλῆς τὸ τριχωτὸν μέρος
Arist. HA 491a31
, cf. Gal. 2.739 ); of horses, ὅθι τε πρῶται τρίχες ἵππων κρανίῳ ἐμπεφύασι
Il. 8.84
; of men, Pi. I. 4(3).54 , E. Cyc. 683 , Cratin. 71 , Pl. Euthd. 299e , etc.: generally,head, Amphis 16 .
II. headache,
Hippiatr. 103 ( v.l. κατακράνιον ).