κραῦρ-ος(B),α,ον, alsoος,ον
Arist. PA 655a25 :—
A. brittle, friable( κραῦρον τὸ τελέως ξηρόν, ὥστε καὶ πεπηγέναι δι' ἔλλειψιν ὑγρότητος
Id. GC 330a6
), Pl. Ti. 60d ( Comp. ); of wood, Thphr. HP 1.6.2 , al., Eust. 1906.11 ; opp.μαλακός, γλίσχρος, Arist. PA l.c., GA 734b32 ; of meat,θερμότερον ἢ κραυρότερον ἢ μέσως ἔχον(apptly.)dry and cold, Eub. 7 .