κρήγῠος,ον, Dor.
κράγῠος [ᾱ]
Cerc. 7.14 , Lysis Ep. 3 :—
A. good, usefuloragreeable, once in Hom. , οὐ πώ ποτέ μοι τὸ κ. εἶπας
Il. 1.106
; ἄλλο μὲν οὐδὲν κ.
AP 7.284
( Asclep. );οὐδὲ γουνάτων πόνος κρήγυον a good symptom, Hp. Coac. 31 ; τό τοι μέγα κρήγυον ἔσται
Nic. Th. 935
; ποτὶ οὐδὲν κράγυον σχολάζοντες
Lysis
l.c.Adv.
κρηγύως ἐπαιδεύθην
Call. Iamb. 1.196
;νομίμως καὶ κ. honourably, Perict. ap. Stob. 4.28.19 .
2. by a misunderstanding of Hom. ,true, real, εἴπατέ μοι τὸ κ.