κρήδεμνον, Dor.
κρᾱδ-,τό, (κράς, δέω)
A. woman's head-dressorveil, a kind ofmantilla,κ. ὅ ῥά οἱ(sc.Ἀνδρομάχῃ) δῶκε χρυσέη Ἀφροδίτη
Il. 22.470
; κρηδέμνῳ δ' ἐφύπερθε καλύψατο δῖα θεάων
14.184
: pl., [ Πηνελόπεια] ἄντα παρειάων σχομένη λιπαρὰ κ.
Od. 1.334
; δμῳαί τε καὶ αὐτή, . . ἀπὸ κ. βαλοῦσαι
6.100
, cf. E. Ph. 1490 (lyr.).
II. metaph. in pl.,battlementswhichcrowna city's walls, Τροίης ἱερὰ κ.
Il. 16.100
, cf. Od. 13.388 , h.Cer. 151 , B. Fr. 16.7 ; πέτρινα κ.
E. Tr. 508
: sg., Θήβης κρήδεμνον