LSJκρημοφόροςGlossκρημοφόρος , ὁ , dub. sens., οἰνοχόαι καὶ κρημοφόροι IG 22.1425.358 .κρημοφόρος,ὁ, dub. sens.,A.οἰνοχόαι καὶ κρημοφόροιIG 22.1425.358.ReferencesIG 22.1425.358