LSJκρην-ιάςGlossκρην-ιάς , άδος , ἡ , pecul. fem. of κρηναῖος, Νύμφαι Κρηνιάδες A. Fr. 168 (hex.).κρην-ιάς,άδος,ἡ, pecul. fem. ofA.κρηναῖος, Νύμφαι ΚρηνιάδεςA. Fr. 168(hex.).ReferencesA. Fr. 168