κροκό-εις,εσσα,εν,
A. saffron coloured, prob.l. in Pi. P. 4.232 , cf. Sapph. Supp. 22.7 ; δαῦκον
Thphr. HP 9.15.5
; κισσός
Theoc. Ep. 3
; στολίδος κ. τρυφά
E. Ph. 1491
(lyr.);χιτώνPhalaec. ap. Ath. 10.440d .
2. κροκόεις(sc.χιτών),ὁ, = κροκωτός ,dress-robe of saffron, ὃς ἐμὲ κροκόεντ' ἐνέδυσεν
Ar. Th. 1044
.