LSJκροτ-ησμόςGlossκροτ-ησμός , ὁ , = κρότος, [ἀσπὶς] πυκνοῦ κροτησμοῦ τυγχάνουσα A. Th. 561 .κροτ-ησμός,ὁ,A.= κρότος, [ἀσπὶς] πυκνοῦ κροτησμοῦ τυγχάνουσαA. Th. 561 .ReferencesA. Th. 561