LSJκτηματ-ίτηςGlossκτηματ-ίτης [ῑ] , ον , ὁ , = κτηματικός 1 , Lycurg. Fr. 93 , Socr. Ep. 29.5 .κτηματ-ίτης [ῑ],ον,ὁ,A.= κτηματικός1 , Lycurg. Fr. 93 , Socr. Ep. 29.5 .References1Lycurg. Fr. 93Socr. Ep. 29.5