LSJἀμφιπτολεμοπηδησίστρᾰτοςGlossἀμφιπτολεμοπηδησίστρᾰτος , ον , Com. name in Eup. 393 .ἀμφιπτολεμοπηδησίστρᾰτος,ον, Com. name in Eup. 393 .