LSJκῠβερν-ητήριοςGlossκῠβερν-ητήριος , α , ον , = κυβερνητικός , Orac. ap. Plu. Sol. 14 .κῠβερν-ητήριος,α,ον,A.= κυβερνητικός , Orac. ap. Plu. Sol. 14 .ReferencesPlu. Sol. 14