LSJἀμφισ-βητηματικόςGlossἀμφισ-βητηματικός , ή , όν , = sq.; τὰ -κά Aps. p.236 H.ἀμφισ-βητηματικός,ή,όν,=sq.;τὰ -κάAps. p.236 H.