LSJκῠνᾱγέσιονGlossκῠνᾱγέσιον , κυνᾱγέτας , κυνᾱγέτις , κυνᾱγία , v. κυνηγ -.κῠνᾱγέσιον,κυνᾱγέτας,κυνᾱγέτις,κυνᾱγία,v. κυνηγ-.Related Lemmasκυνᾱγέταςκυνᾱγέτιςκυνᾱγία