κυπτάζω, Frequentat. ofκύπτω,
A. keep stooping, go poking about, potter abouta thing, ἀμφ' ἄλητα
Sophr. 39
; περί τινα
Ar. Lys. 17
;τί κυπτάζεις ἔχων περὶ τὴν θύραν; Id. Nu. 509 ; εἰώθασι μάλιστα περὶ τὰς σκηνὰς . . κλέπται κ.
Id. Pax 731
; περὶ τὸν τεθνεῶτα
Pl. R. 469d
: abs., κυπτάζοντα ζῆν
Id. Amat. 137b
.
2. abs.,cower, D.C. 49.30 , 63.28 .
II.
= κύπτω
5 , Phlp. in Ph. 329.14 .