κύπτω,fut.
A.
κύψω
LXX Ps. 9.31
( 10.10 ):aor. ἔκυψα(v. infr.):pf.
κέκῡφα
Hp. Steril. 217
:—bend forward, stoop, πλευρά, τά οἱ κύψαντι παρ' ἀσπίδος ἐξεφαάνθη
Il. 4.468
; ἔλαβεν . . κύψας ἐκ πεδίοιο
17.621
, cf. 21.69 ;ὁσσάκι γὰρ κύψει' ὁ γέρων πιέειν μενεαίνων κτλ. Od. 11.585 ; κ. ἐστὴν γῆν
Hdt. 3.14
; κάτω κ.
Ar. V. 279
(lyr.), Thphr. Char. 24.8 ; κεκυφότες εἰς γῆν καὶ εἰς τραπέζας
Pl. R. 586a