ἀμφιτίθημι [τῐ],3 sg.
A.
ἀμφιτιθεῖ
Xenoph. 1.2
, imper. ἀμφιτίθει
Thgn. 847
:aor.ind.ἀμφέθηκα,other moods supplied byaor. 2: (v.τίθημι):—put round,
Hom. mostly in tmesi, ἀμφὶ δέ οἱ κυνέην κεφαλῆφιν ἔθηκεν
Il. 10.261
, cf. Od. 13.431 ; τοῖς ἀδίκοις ἀμφιτίθησι πέδας
Sol. 4.34
; κἄνπερ κόσμον ἀμφιθῇ χροί̈
E. Med. 787
, cf. El. 512 ; ἀμφιθεῖναι σῇ δέρῃ θέλω χέρας
Or. 1042
; also στέφανον ἀμφὶ κάρα . . ἀμφιθεῖναι
Id. IA 1531