κῡρι-εύω,
A. to be lordormaster of, πάντων
X. Mem. 2.6.22
, cf. Arist. EN 1160b35 ; τῆς Ἀσίας
X. Mem. 3.5.11
; μυρίων γῆς πήχεων
Men. 1099
, cf. PEleph. 14.14
(iii B.C.), etc.; τῶν γενημάτων
PTeb. 105.47
(ii B.C.); τῆς θαλάττης
Agatharch. 5
; ὧν ἁ πόλις . . κυριεύει
IG 5(2).510.4
( Arc. ,ii B.C.); κυριεύειν τὴν γυναῖκα τοῦ ἀνδρός
D.S. 1.27
; σανίδων