κῡρόω,fut.-ώσω
Hdt. 6.86 .β́: (κῦρος):—
A. confirm, ratify, δόμοις . . τήνδ' ἐκύρωσας φάτιν
A. Pers. 227
(troch.);τῇδ' ἐκύρωσεν φάτιςib. 521 ;ταῦταHdt.l.c.; τὸν γάμον
Id. 6.126
; ἡ ἐκκλησία κυρώσασα ταῦτα διελύθη
Th. 8.69
; Ζεῦ, ταῦτα κυρώσειας
Ar. Th. 369
(lyr.); μοῖραν
Pl. R. 620e
; τὴν γνώμην
Plb. 1.11.1
; τὰς διαλύσεις
Id. 1.17.1
:— Med. ,accomplish one's end, λόγῳ κυροῦται τὰ πάντα