κυρτ-ός,ή,όν,
A. bulging, swelling, κῦμα
Il. 4.426
; κύματα κυρτὰ φαληριόωντα
13.799
, cf. Sosicr. 2 ; θάλασσα κυρτὸν ἐπαφρίζῃ
Mosch. Fr. 1.5
;τὼ δέ οἱ ὤμω κυρτώ humped, Il. 2.218 , cf. AP 11.120 ; τὸ κ. τῶν ὤμων
Jul. Or. 6.201b
: hence,hunchbacked,
PFay. 121.15
(i/ii A.D.); βραχίων κ. πέφυκεν ἐς τὸ ἔξω μέρος
Hp. Fract. 8
; κ. τροχός
E. Ba. 1066
; κυρτὴ κάμηλος
Babr. 40.2