κω,v. πω.κῷα,
A.
v. Κῷος
111.3 .κωαί: ἀστράγαλοι, Hsch. (anteκώϊον, fort.κῶια).κωάζω, = ἀστραγαλίζω , Id.
2.
= ἐνεχυράζω , Id. (also in formκοιάζω).
κω , v. πω . κῷα , v. Κῷος 111.3 . κωαί: ἀστράγαλοι , Hsch. (ante κώϊον , fort. κῶια ). κωάζω , = ἀστραγαλίζω , Id. = ἐνεχυράζω , Id. (also in form κοιάζω ).
κω,v. πω.κῷα,
A.
v. Κῷος
111.3 .κωαί: ἀστράγαλοι, Hsch. (anteκώϊον, fort.κῶια).κωάζω, = ἀστραγαλίζω , Id.
2.
= ἐνεχυράζω , Id. (also in formκοιάζω).