κῶας,τό, in Hom. nom. acc. sg.κῶας; pl.κώεα, dat.κώεσι; later contr.
κῶς(q.v.):—
A. fleece, στόρεσαν λέχος, . . κώεά τε ῥῆγός τε
Il. 9.661
, cf. Od. 23.180 ; ἀδέψητον βοέην στόρες', αὐτὰρ ὕπερθε κώεα πόλλ' ὀί̈ων
20.3
, cf. 142 ; χεῦεν ὕπο χλωρὰς ῥῶπας καὶ κῶας ὕπερθεν
16.47
; φέρε δὴ δίφρον καὶ κῶας ἐπ' αὐτοῦ
19.97
; ἵδρυσεν παρὰ δαιτί κώεσιν ἐν μαλακοῖσι
3.38
, cf. 17.32 ; of theGolden Fleece, κ. αἰγλᾶεν χρυσέῳ θυσάνῳ
Pi. P. 4.231
; ἔπλεον ἐπὶ τὸ κ. ἐς Αἶαν
Hdt. 7.193