κῶμα,ατος,τό, (perh. cogn. withκεῖμαι, κοιμάω)
A. deep sleep, αὐτῷ . . μαλακὸν περὶ κῶμα κάλυψα
Il. 14.359
; ἦ με . . μαλακὸν περὶ κῶμ' ἐκάλυψεν
Od. 18.201
; κακὸν δέ ἑ κῶμα καλύπτει
Hes. Th. 798
; αἰθυσσομένων δὲ φύλλων κ. κατάρρει
Sapph. 4
; ὕπνου κ.
Theoc. Ep. 3.6
: metaph., of the effect of music, Pi. P. 1.12 .—Not in Trag.
2. Medic.,lethargic state, coma, κῶμα συνεχές, οὐχ ὑπνῶδες
Hp. Epid. 3.6
, cf. Gal. 7.643 , Sch. Nic. Al. 458 .