LSJκωμῳδο-γράφοςGlossκωμῳδο-γράφος [ ᾰ], ὁ , = κωμῳδιογράφος , AP 7.708 ( Diosc. ), Phld. Mus. p.88 K.κωμῳδο-γράφος[ᾰ],ὁ,A.= κωμῳδιογράφος , AP 7.708 ( Diosc. ), Phld. Mus. p.88 K.ReferencesAP 7.708Diosc.Phld. Mus. p.88