LSJκωπάωGlossκωπάω , v. - έω . κωπέτας: σφονδύλους μεγάλους ἰχθύων , Hsch.κωπάω,v.-έω.κωπέτας: σφονδύλους μεγάλους ἰχθύων, Hsch.Related Lemmasκωπέτας: