λαβρ-εύομαι, (λάβρος)
A. talk rashly, brag,τί πάρος λαβρεύεαι; Il. 23.474 ;μύθοις λαβρεύεαιib. 478 .
2. λαβρεύονται: ῥέουσι μεγάλα βουλεύονται, θορυβοῦσι σφόδρα, Hsch.
talk rashly, brag
λαβρ-εύομαι, (λάβρος)
A. talk rashly, brag,τί πάρος λαβρεύεαι; Il. 23.474 ;μύθοις λαβρεύεαιib. 478 .
2. λαβρεύονται: ῥέουσι μεγάλα βουλεύονται, θορυβοῦσι σφόδρα, Hsch.