λαγγάζω,
A. slacken(=ἐνδίδωμι, AB 106 ), Antiph. 37 , Phot. s.v. λογγάσω :λαγγάζει: ὀκνεῖ, οἱ δὲ λαγγεῖ, Hsch. ;λαγγάσαι: περιφυγεῖν, Id.; cf.λαγγαρεῖ.λαγγανώμενος: περιιστάμενος, στραγγευόμενος, Id.λαγγαρεῖ: ἀποδιδράσκει, Id.λαγγεύει: φεύγει, Id.
slacken
λαγγάζω,
A. slacken(=ἐνδίδωμι, AB 106 ), Antiph. 37 , Phot. s.v. λογγάσω :λαγγάζει: ὀκνεῖ, οἱ δὲ λαγγεῖ, Hsch. ;λαγγάσαι: περιφυγεῖν, Id.; cf.λαγγαρεῖ.λαγγανώμενος: περιιστάμενος, στραγγευόμενος, Id.λαγγαρεῖ: ἀποδιδράσκει, Id.λαγγεύει: φεύγει, Id.