λᾱγορεῖς: ἐκκλησίαι, Hsch. (fort.λάγορσις).λᾰγός,οῦ,ὁ,
A.
v. λαγώς .λᾰγοτροφεῖον,v. λαγωτρ-.
λᾱγορεῖς: ἐκκλησίαι , Hsch. (fort. λάγορσις ). λᾰγός , οῦ , ὁ , v. λαγώς . λᾰγοτροφεῖον , v. λαγωτρ -.
λᾱγορεῖς: ἐκκλησίαι, Hsch. (fort.λάγορσις).λᾰγός,οῦ,ὁ,
A.
v. λαγώς .λᾰγοτροφεῖον,v. λαγωτρ-.