LSJἀμφορ-είδιονGlossἀμφορ-είδιον (not -ίδιον ), τό , Dim. of ἀμφορεύς, Ar. Pax 202 , al.ἀμφορ-είδιον(not-ίδιον),τό, Dim. ofἀμφορεύς,Ar. Pax 202 , al.