λᾰγώνεια: λαγοῦ κρέα, Hsch.
λᾰγωοβόλον,τό,
A.
v. λαγωβόλον .λᾰγωός,οῦ,ὁ, Ep. forλαγώς(q.v.).
λᾰγώνεια: λαγοῦ κρέα , Hsch. λᾰγωοβόλον , τό , v. λαγωβόλον . λᾰγωός , οῦ , ὁ , Ep. for λαγώς (q.v.).
λᾰγώνεια: λαγοῦ κρέα, Hsch.
λᾰγωοβόλον,τό,
A.
v. λαγωβόλον .λᾰγωός,οῦ,ὁ, Ep. forλαγώς(q.v.).