λᾰθῐ-κηδής,ές, (κῆδος)
A. banishing care, εἴ ποτέ τοι λαθικηδέα μαζὸν ἐπέσχον
Il. 22.83
;οἶνον λαθικάδεα(leg. -κάδεον) Alc. 41.3 ; Διώνυσος
IGRom. 4.360.15
(Pergam.), cf. Epic.Alex.Adesp. 8.10 , AP 9.524.12 , Plu. 2.657d ; λ. τέχνης ἰδμοσύνη
APl. 4.273
( Crin. ).