LSJλᾰθῐ́-νοστος:Glossλᾰθῐ́-νοστος: ὁ βραδύνων ἐπανελθεῖν , Hsch.λᾰθῐ́-νοστος: ὁ βραδύνων ἐπανελθεῖν, Hsch.