λαι-,λαισ-, insep. prefix with intens. sense (cf.λα-) inλαίμαργος, λαίσκαπρος, λαίσπαις.λαί̈α,
A.
v. λᾴα .
λαι- , λαισ- , insep. prefix with intens. sense (cf. λα -) in λαίμαργος, λαίσκαπρος, λαίσπαις . λαί̈α , v. λᾴα .
λαι-,λαισ-, insep. prefix with intens. sense (cf.λα-) inλαίμαργος, λαίσκαπρος, λαίσπαις.λαί̈α,
A.
v. λᾴα .