λαῖπος: κίναιδος, λάσταυρος, Hsch.
λαιπτύηρον: ἀναπεπλασμένον, ἰσχυρόν, Id.λαί̈ς, Dor. forληί̈ς.λαισαινοφόρος: ὁπλοφόρος, Id.λαισάς: ἡ παχεῖα ἐξωμίς, Id.λαίσασθαι: κτήσασθαι, Id. ( Dor. forληί̈σασθαι).
λαῖπος: κίναιδος, λάσταυρος , Hsch. λαιπτύηρον: ἀναπεπλασμένον, ἰσχυρόν , Id. λαί̈ς , Dor. for ληί̈ς . λαισαινοφόρος: ὁπλοφόρος , Id. λαισάς: ἡ παχεῖα ἐξωμίς , Id. λαίσασθαι: κτήσασθαι , Id. ( Dor. fo
λαῖπος: κίναιδος, λάσταυρος, Hsch.
λαιπτύηρον: ἀναπεπλασμένον, ἰσχυρόν, Id.λαί̈ς, Dor. forληί̈ς.λαισαινοφόρος: ὁπλοφόρος, Id.λαισάς: ἡ παχεῖα ἐξωμίς, Id.λαίσασθαι: κτήσασθαι, Id. ( Dor. forληί̈σασθαι).