ἀμφότερος( Locr.
ἀμφόταρος
IG 9(1).334.39 ),α,ον, (ἄμφω) rare in sg.,
A. either,i.e.both of two(opp.ἑκάτερος each oneof two),ἀμφοτέρας κοινὸν αἴαςcommon toeitherland, A. Pers. 131 ;ποίημα ἢ πάθος ἢ ἀμφότερονorpartaking of both,
Pl. Sph. 248d ; τὸ ἀμφότερον ἑκατέρῳ οὐχ ἕπεται
Id. Hp.Ma. 302e
.
2.
Hom. has sg. only neut.ἀμφότερονasAdv., foll. byτε . . καί; ἀ. βασιλεύς τ' ἀγαθὸς κρατερός τ' αἰχμητής both together,prince as well as warrior, ib. 3.179 ;ἀ. γενεῇ τε καὶ οὕνεκα. . Il. 4.60 ; foll. byτε . . δέ. . , Pi. P. 4.79 : also neut. pl., ἀμφότερα μένειν πέμπειν τε
A. Eu. 480
; φιλοχρήματος καὶ φιλότιμος, ἤτοι τὰ ἕτερα τούτων ἢ ἀ.
Pl. Phd. 68c
; ἀ. ἄριστος καὶ στρατηγὸς καὶ ῥαψῳδός
Ion 541b