λᾰλάζω,
A.
= λαλαγέω, ὥστε κῦμα λ.
Anacr. 90 ; butλαλάξαι: τὴν γλῶσσαν ἐξελεῖν, Hsch.
λᾰλάζω , = λαλαγέω, ὥστε κῦμα λ. Anacr. 90 ; but λαλάξαι: τὴν γλῶσσαν ἐξελεῖν , Hsch.
λᾰλάζω,
A.
= λαλαγέω, ὥστε κῦμα λ.
Anacr. 90 ; butλαλάξαι: τὴν γλῶσσαν ἐξελεῖν, Hsch.