λάμαχος: ἄμαχος, ἀκαταγώνιστος, Hsch.
λάμβαι: τὰ χάσματα, ἢ οἱ μόνοι τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἰχθῦς, Id.; cf.λάμβα,
A. sapula,
Gloss.
sapula,
λάμαχος: ἄμαχος, ἀκαταγώνιστος, Hsch.
λάμβαι: τὰ χάσματα, ἢ οἱ μόνοι τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἰχθῦς, Id.; cf.λάμβα,
A. sapula,
Gloss.