λᾰμῠρ-ός,ά,όν,
A. full of abysses, θάλασσα
EM 555.57
: hence,
II. gluttonous, greedy, γάστρις καὶ λ.
Epicr. 5.8
=
Antiph. 89.5 ;γαστρὶ χαριζόμενος τῆς οὐ λαμυρώτερον οὐδὲνTimo 7 ; ὀδόντες
Theoc. 25.234
; κάρηνον
Nic. Th. 293
.
III. metaph.,wanton, impudent, - ώτερον λέγειν
X. Smp. 8.24
; Ἀλκιβιάδου ἡ ἄγαν λ. πολιτεία
Plu. Comp.Alc.Cor. 1
; λάμυρόν τι προσβλέπειν τινί