λανίζει: λαγγάνει, βρέχει, Hsch.
λανὸν κῆρ: σοφωτάτη ψυχή, Id.λανόν: λίθον, Id.λᾱνός, Dor. forληνός.
λανίζει: λαγγάνει, βρέχει , Hsch. λανὸν κῆρ: σοφωτάτη ψυχή , Id. λανόν: λίθον , Id. λᾱνός , Dor. for ληνός .
λανίζει: λαγγάνει, βρέχει, Hsch.
λανὸν κῆρ: σοφωτάτη ψυχή, Id.λανόν: λίθον, Id.λᾱνός, Dor. forληνός.