λᾰπάζειν: ἐκκενοῦν, ἀφ' οὗ καὶ τὸ ὄρυγμα, Hsch. (cf.λαπάσσω).
λᾰπάζειν:
Gloss
λᾰπάζειν: ἐκκενοῦν, ἀφ' οὗ καὶ τὸ ὄρυγμα , Hsch. (cf. λαπάσσω ).
λᾰπάζειν: ἐκκενοῦν, ἀφ' οὗ καὶ τὸ ὄρυγμα , Hsch. (cf. λαπάσσω ).
λᾰπάζειν: ἐκκενοῦν, ἀφ' οὗ καὶ τὸ ὄρυγμα, Hsch. (cf.λαπάσσω).