λάπος: θής, δοῦλος, Hsch.
λάππειν,λαππώδης,
A.
v. λάπη .λάπτας: τοὺς ῥοφοῦντας, Id.
II. λαπτής, f.l. for λάπης , Id.
λάπος: θής, δοῦλος , Hsch. λάππειν , λαππώδης , v. λάπη . λάπτας: τοὺς ῥοφοῦντας , Id. λαπτής , f.l. for λάπης , Id.
λάπος: θής, δοῦλος, Hsch.
λάππειν,λαππώδης,
A.
v. λάπη .λάπτας: τοὺς ῥοφοῦντας, Id.
II. λαπτής, f.l. for λάπης , Id.