λάρῐνος[ᾱ],ὁ , a kind of
A. sea-fish, Opp. H. 3.399 ( v.l. λάριμος ), Hsch. :—henceλᾱρῐναῖον κύρτον: οἱ ἁλιεῖς τὸν ἐκ λε<υ>κέας, ἢ μέγαν, Id.:—λᾱρῐνευτής,οῦ,ὁ, = ἁλιεύς , Id.
sea-fish
λάρῐνος[ᾱ],ὁ , a kind of
A. sea-fish, Opp. H. 3.399 ( v.l. λάριμος ), Hsch. :—henceλᾱρῐναῖον κύρτον: οἱ ἁλιεῖς τὸν ἐκ λε<υ>κέας, ἢ μέγαν, Id.:—λᾱρῐνευτής,οῦ,ὁ, = ἁλιεύς , Id.