ἀγκών,ῶνος,ὁ,
A. bend of the arm,hence,elbow,
ὀρθωθεὶς δ' ε'π' ἀγκῶνος
Il. 10.80
; ἦ, καὶ ἐπ' ἀγκῶνος Κεφαλὴν σχέθεν
Od. 14.494
; ἀγκῶνα τυχὼν μέσον
Il. 5.582
, cf. 20.479 ;ἀγκῶνι νύττεινto nudge, Od. 14.485 , cf. Pl. Riv. 132b ; κροτεῖν τοῖς ἀγκῶσιν τὰς πλευράς
D. 54.9
; prov.,ἀγκῶνι ἀπομύττεσθαιBionap. D.L. 4.46 ;ἐπ' ἀγκῶνος δειπνεῖν,of the attitude at meals, Luc. Lex. 6 .
2. arm,
Νίκας ἐν ἀγκώνεσσι πίτνειν
Pi. N. 5.42
; ἐς δ' ὑγρὸν ἀγκῶνα . . προσπτύσσεται
S. Ant. 1237