λάω(A) [ᾰ],
A.
= βλέπω, οὐδέ κεν αὐτὸν αἰετὸς ὀξὺ λάων ἐσκέψατο
h.Merc. 360 ;γηθήσειε λάωνis probably v.l. for γ. ἰδών in Il. 13.344 ( POxy. 769 ); cf.λάετε: σκοπεῖτε, βλέπετε, Hsch. , Cyr.
λάω (A) [ ᾰ], = βλέπω, οὐδέ κεν αὐτὸν αἰετὸς ὀξὺ λάων ἐσκέψατο h.Merc. 360 ; γηθήσειε λάων is probably v.l. for γ. ἰδών in Il. 13.344 ( POxy. 769 ); cf. λάετε: σκοπεῖτε, βλέπετε , Hsch. , Cyr.
λάω(A) [ᾰ],
A.
= βλέπω, οὐδέ κεν αὐτὸν αἰετὸς ὀξὺ λάων ἐσκέψατο
h.Merc. 360 ;γηθήσειε λάωνis probably v.l. for γ. ἰδών in Il. 13.344 ( POxy. 769 ); cf.λάετε: σκοπεῖτε, βλέπετε, Hsch. , Cyr.